K&K

του Δημήτρη Θ. Αρβανίτη, Σχεδιαστή, Μέλους της ΑGI

Η εμφάνιση του «Κ&Κ Διαφημιστικό Κέντρο Αθηνών», στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στο χώρο της οπτικής επικοινωνίας, σηματοδοτεί την αρχή της μετεξέλιξης του design από την εμπειρική κατάσταση στην πλήρη ανάπτυξή του σε νέα τέχνη. Ο ορθός λόγος, ο απόλυτος έλεγχος των εργαλείων και των υλικών, η χρήση του μινιμαλισμού στην επικοινωνιακή στρατηγική, το καθαρό design και η συνειδητή προσήλωση στις αρχές του Μοντερνισμού, χαρακτηρίζουν το αποτέλεσμα του κύκλου εργασιών του «κέντρου». Η συνεχής ενημέρωση, σε συνδυασμό με την κοσμοπολίτικη διάθεση των Κάραμποττ και Κατζουράκη, διατηρεί τη φρεσκάδα των ιδεών και την υψηλή δημιουργικότητα σε όλο το εύρος και την ποικιλία των εργασιών. Οπτική επικοινωνία, σχεδιασμός εκδοτικού υλικού, environmental design αλλά και διαφήμιση σε όλο το φάσμα των εφαρμογών, παράγονται με εκλεπτυσμένη δεξιοτεχνία και αρτιότητα που συχνά επιβραβεύεται σε διεθνείς διαγωνισμούς (Βραβείο Rizzoli) και Biennale. Η εκλογή του Φ. Κάραμποττ και του Μ. Κατζουράκη το 1968 ως μελών της Alliance Graphique Internationale (AGI), έρχεται να επιβεβαιώσει την υπεροχή των Ελλήνων σχεδιαστών σε μια εποχή που κυριαρχούν ονόματα σαν των Alan Fletcher, Paul Rand, Milton Glaser, George Lois, Lou Dorfsman, Louis Danziger, Saul Bass, Ivan Chermayeff, Ikko Tanaka, Raymond Savignac, Josef Muller-Brockmann. Η ομάδα του Κ&Κ δημιούργησε τις υποδομές του ορθού προσανατολισμού του graphic design στην Ελλάδα αλλά όχι και της κατάλληλης σχεδιαστικής παιδείας, αφού η πολιτεία δεν ενδιαφέρθηκε να αξιοποιήσει το ταλέντο και τη μοναδική γνώση των «δασκάλων» σε κανένα από τα προγράμματα της ειδικής εκπαίδευσης. Οι αφίσες των Κάραμποττ και Κατζουράκη, οι εικονογραφήσεις της Α. Κατζουράκη, τα λογότυπα όλων τους και οι εξαιρετικές καμπάνιες της ομάδας, αποτελούν την μοναδική πηγή έμπνευσης για τις επόμενες γενιές και θέτουν τα θεμέλια του Ελληνικού στιλ που μέχρι και σήμερα ανακαλύπτεται από τους νεότερους σχεδιαστές. Λογότυπα, συνθήματα και εικόνες που παρήχθησαν από το δημιουργικό γραφείο Κ&Κ, αποτελούν αναγνωρίσιμα στοιχεία της κοινωνικής ζωής για δεκαετίες και αναγνωρίζονται σαν αναπόσπαστα μέρη του αστικού μας περιβάλλοντος. Παπούτσια “sportex”, αναψυκτικά «Ηβη», παιδικά καλλυντικά «ΠΡΟΔΕΡΜ», λογότυπα του μαιευτηρίου «Μητέρα», της τράπεζας «Κρήτης», του «Κουρτάκη», της «Εταιρίας Σπαστικών» κ.λ.π, αποτελούν την «Εθνική κληρονομιά» του ελληνικού design. Η εργασία των σχεδιαστών για τον Ελληνικό Τουρισμό, για αρκετά χρόνια πριν την δικτατορία του 1967, δεν αποτέλεσε μόνο ένα ισχυρό επικοινωνιακό εργαλείο για τον οργανισμό, αλλά έφερε και το Πρώτο και Δεύτερο βραβείο Τουριστικής Αφίσας, για να ακολουθήσει το Πρώτο βραβείο Τουριστικής Προβολής από την International Advertizing Association. Για τον λόγο αυτό η Πολιτεία απένειμε στους Κάραμποττ και Κατζουράκη το 1965 τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα για τη συμβολή τους στο ελληνικό design. Η εμπλοκή μου σ’ αυτήν την έκδοση ήταν ένα χρέος στις ρίζες μου, στις ρίζες μας. Περισσότερο από ένα χρόνο τώρα, κερδίζω εμπειρίες παρατηρώντας προσεκτικά την κάθε τους προσέγγιση σε κάθε πρόβλημα οπτικής επικοινωνίας που καλούνται να δώσουν λύσεις. Αρχεία από αποκόμματα εφημερίδων, έντυπα κάθε είδους, λογότυπα ξεχασμένα μέσα σε φακέλους, όλα μια έκπληξη. Φρέσκα λες και σχεδιάστηκαν σήμερα. Αφίσες που σου κόβουν την ανάσα. Δύσκολες δουλειές μέσα στην απλότητά τους υπενθυμίζουν πως το απλό δεν είναι και εύκολο. Θαυμάζω τις προτάσεις τους, πολλές έγιναν σαράντα χρόνια πριν, και απορώ με την τόλμη τους για τις πρωτοποριακές ιδέες και σχεδιασμούς. Σε κάθε επίπεδο οι προτάσεις τους στο design κατευθύνονται στον στόχο που πάντα είναι εμφανής και ξεκάθαρος. Κατορθώνουν να δημιουργούν εκπλήξεις δουλεύοντας για εφήμερα. Τσακίζουν κάθε στερεότυπο και προτείνουν ιδέες γεμάτες από το χαρακτηριστικό χιούμορ τους που έχουν σε αφθονία. Το δέος μου και ο σεβασμός μου για το έργο τους με έκανε διστακτικό να τους συναντήσω στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και να δείξω τη δουλειά μου. Ο χρόνος πέρασε και έμεινα με την ανεκπλήρωτη επιθυμία να τους συναντήσω. Αυτό έγινε αρκετά χρόνια αργότερα και μέχρι σήμερα τους ζαλίζω με ερωτήσεις και απορίες για το κάθε τι. Με τον τρόπο αυτό ζω σε μια εικονική πραγματικότητα, αλλά γεμάτος ευτυχία που μπορώ και συνομιλώ μαζί τους όχι μόνο για design αλλά και για τόσα άλλα που ομορφαίνουν την καθημερινότητά μας. Αν καταλάβατε, τους θαυμάζω και τους θεωρώ κομμάτι του πολιτισμού μου, παρ’ όλο που δεν υπήρξαν δάσκαλοί μου με την στενή έννοια. Η έκπληξή μου είναι μεγάλη όταν συναντώ μεγάλα ονόματα της διεθνούς σχεδιαστικής σκηνής σε διάφορες συναντήσεις της ΑGI και όλοι με ρωτούν για τους αγαπημένους συναδέλφους τους με ενδιαφέρον και θαυμασμό. Όλοι έχουν να θυμούνται κάτι ξεχωριστό από τη σχέση τους και την δουλειά τους. Μεγάλη η διαδρομή τους. Σε δύσκολες εποχές, όπου η ιδιότητα του γραφίστα στην Ελλάδα ήταν γνωστή με τον παρακατιανό τίτλο «μακετίστας» και το design υπήρχε σαν λέξη μόνο στα λεξικά, ο Φρέντυ και ο Μιχάλης κυκλοφορούσαν σε Biennale και περιοδικά όπως τα Idea και Gebrauchsgraphik ζητούσαν συνεργασία τους. Το ταλέντο τους μου ήταν ήδη γνωστό και η βαθιά μου εκτίμηση στο έργο τους κλείνει τέσσερις δεκαετίες τώρα. Αυτό που δεν είχα συνειδητοποιήσει ήταν το ταλέντο και η ξεχωριστή ύπαρξη στο design της Αγνής Κατζουράκη. Αυτό που αποκαλύπτεται στα μάτια μου τα τελευταία χρόνια, τώρα που ταξινομούνται τα αρχεία και τα ονόματα υπογράφουν τις εργασίες, είναι η εκπληκτική εικονογραφική ωριμότητα της Αγνής. Λογότυπα, εικονογραφήσεις, βιβλία, γεμάτα φρεσκάδα και λάμψη είναι η παρακαταθήκη της «Μaestra» στους νέους γραφίστες που πρέπει και είμαι σίγουρος πως θα ανακαλύψουν σύντομα. Τι κρίμα που σε κανέναν τους δεν προτάθηκε να διδάξει γραφιστική και ήθος στα νέα ελληνόπουλα. Οι τρεις πρωτοπόροι σχεδιαστές κινούνται ανάμεσά μας, αποτελούν ενεργό κομμάτι του δυναμικού μας ο καθένας από την πλευρά της επιλογής του και συνεχίζουν τη δράση τους αθόρυβα και ουσιαστικά, χωρίς να εμπλέκονται στην απατηλή ματαιοδοξία του εγχώριου life style.